eyeshade
eye
ˈaɪ
ai
shade
ʃeɪd
sheid

Ορισμός και σημασία του "eyeshade"στα αγγλικά

01

σκιάστρα, ηλιοσκιάστρα

a small, adjustable device or part of a hat that extends to shield the eyes from sunlight or glare 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
eyeshades
Παραδείγματα
He adjusted the eyeshade on his hat to protect his eyes from the bright sunlight. 

Προσάρμοσε το γείσο στο καπέλο του για να προστατεύσει τα μάτια του από τον έντονο ηλιακό φως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store