eyeliner
eye
αι
li
laɪ
λαι
ner
να

Ορισμός και σημασία του "eyeliner"στα αγγλικά

01

eyeliner, μολύβι ματιών

a usually black cosmetic that is worn at the edges of the eyes to make them appear more attractive or noticeable 
eyeliner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eyeliners
Παραδείγματα
She used a black eyeliner to create a bold cat-eye look. 

Χρησιμοποίησε ένα μαύρο eyeliner για να δημιουργήσει μια τολμηρή ματιά γάτας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eyeliner

eye

+

liner

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store