Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eyestripe
01
ταινία ματιού, γραμμή ματιού
a line of color that goes across or behind the eye of a bird, making the bird's eye and facial features more noticeable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eyestripes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
eyestripe
eye
stripe



























