exultant
ex
ɪg
ig
ul
ˈzʌl
zal
tant
tənt
tēnt
excitant

Ορισμός και σημασία του "exultant"στα αγγλικά

01

εκστατικός, περιχαρής

feeling or showing great happiness, often as a result of a success 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exultant
συγκριτικός βαθμός
more exultant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, celebration
Παραδείγματα
The exultant crowd cheered as the team won the championship. 

Ο πανηγυρίζων κόσμος επευφημούσε καθώς η ομάδα κέρδιζε το πρωτάθλημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exultantly
exultant
exult
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store