Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amiable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amiable
συγκριτικός βαθμός
more amiable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, social
Παραδείγματα
Her amiable personality made her popular among her colleagues.
Η φιλική της προσωπικότητα την έκανε δημοφιλή στους συναδέλφους της.
02
φιλικός, ευγενικός
inclined to be agreeable and accommodating in order to please others
Παραδείγματα
He was amiable enough to change the meeting time to suit everyone's schedule.
Ήταν αρκετά φιλικός ώστε να αλλάξει την ώρα της συνάντησης για να ταιριάζει στο πρόγραμμα όλων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
amiability
amiableness
amiably
amiable
ami



























