amiable
a
ˈeɪ
ei
mia
miə
miē
ble
bəl
bēl
amicable

Ορισμός και σημασία του "amiable"στα αγγλικά

01

φιλικός, ευγενικός

showing or having a likable and friendly personality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amiable
συγκριτικός βαθμός
more amiable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her amiable personality made her popular among her colleagues. 

Η φιλική της προσωπικότητα την έκανε δημοφιλή στους συναδέλφους της.

02

φιλικός, ευγενικός

inclined to be agreeable and accommodating in order to please others 
Παραδείγματα
He was amiable enough to change the meeting time to suit everyone's schedule. 

Ήταν αρκετά φιλικός ώστε να αλλάξει την ώρα της συνάντησης για να ταιριάζει στο πρόγραμμα όλων.

Λεξικό Δέντρο

amiability
amiableness
amiably
amiable
ami
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store