Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expanse
01
έκταση, επιφάνεια
the extent of a 2-dimensional surface enclosed within a boundary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
expanses
Παραδείγματα
The wide expanse of the ocean seemed to go on forever.
Η αχανής έκταση του ωκεανού φαινόταν να εκτείνεται για πάντα.
03
έκταση, χώρος
a wide and open space or area as of surface or land or sky
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
expanse
expand



























