Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expandable
01
επεκτάσιμος, προσαρμοζόμενος
capable of increasing in size, capacity, or scope
Παραδείγματα
The expandable dining table can be extended to accommodate more guests.
Η επεκτάσιμη τραπεζαρία μπορεί να επεκταθεί για να φιλοξενήσει περισσότερους επισκέπτες.
02
επεκτάσιμος, διαστολικός
(of gases) capable of expansion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most expandable
συγκριτικός βαθμός
more expandable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
expandable
expand



























