Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exile
01
εξορίζω, αποβάλλω
to force someone to live away from their native country, usually due to political reasons or as a punishment
Transitive: to exile sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exile
γ΄ ενικό πρόσωπο
exiles
ενεστώτα μετοχή
exiling
απλός αόριστος
exiled
παθητική μετοχή
exiled
Παραδείγματα
The journalist was exiled for exposing government corruption.
Ο δημοσιογράφος εξορίστηκε για την αποκάλυψη της διαφθοράς της κυβέρνησης.
Exile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Exile often imposes emotional and psychological challenges on individuals separated from their homeland and loved ones.
Η εξορία συχνά επιβάλλει συναισθηματικές και ψυχολογικές προκλήσεις στα άτομα που χωρίζονται από την πατρίδα και τους αγαπημένους τους.
02
εξόριστος, προσφυγάς
a person who has been forced to leave their home or country
Παραδείγματα
He became an exile after criticizing the government.
Έγινε εξόριστος μετά την κριτική της κυβέρνησης.
03
εξόριστος, αποδημών
a person who is voluntarily living away from their home or country
Παραδείγματα
Many intellectuals took voluntary exile during turbulent times.
Πολλοί διανοούμενοι πήραν εθελοντική εξορία κατά τις ταραχώδεις εποχές.



























