Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exile
01
εξορίζω, αποβάλλω
to force someone to live away from their native country, usually due to political reasons or as a punishment
Transitive: to exile sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exile
γ΄ ενικό πρόσωπο
exiles
ενεστώτα μετοχή
exiling
απλός αόριστος
exiled
παθητική μετοχή
exiled
Παραδείγματα
The political dissident was exiled from the country for speaking out against the government.
Ο πολιτικός διαφωνών εξορίστηκε από τη χώρα για να μιλήσει κατά της κυβέρνησης.
Exile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The political dissident lived in exile for over a decade, seeking asylum in neighboring countries.
Ο πολιτικός διαφωνών έζησε στην εξορία για πάνω από μια δεκαετία, ζητώντας άσυλο σε γειτονικές χώρες.
02
εξόριστος, προσφυγάς
a person who has been forced to leave their home or country
Παραδείγματα
The exile wrote memoirs about life abroad.
Ο εξόριστος έγραψε απομνημονεύματα για τη ζωή στο εξωτερικό.
03
εξόριστος, αποδημών
a person who is voluntarily living away from their home or country
Παραδείγματα
Writers sometimes live in exile to find inspiration.
Οι συγγραφείς ζουν μερικές φορές στην εξορία για να βρουν έμπνευση.



























