exigency
ex
ˈɛk
ek
i
si
gen
ʤən
jēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "exigency"στα αγγλικά

01

επείγουσα ανάγκη, επείγον ζήτημα

an urgent affair to deal with 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
exigencies
Παραδείγματα
The company’s financial exigency requires immediate action to avoid bankruptcy. 

Η επείγουσα οικονομική κατάσταση της εταιρείας απαιτεί άμεση δράση για την αποφυγή χρεοκοπίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exigency
exig
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store