Exiguity
volume
British pronunciation/ɛɡzɪɡjˈuːɪti/
American pronunciation/ɛɡzɪɡjˈuːɪɾi/

Ορισμός και Σημασία του "exiguity"

01

ελλειψία, σπανιότητα

the quality of lacking in amount
example
Example
click on words
The exiguity of resources made it difficult to complete the project on time.
Η ελλειψία πόρων δυσχέραινε την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.
Due to the exiguity of funds, the company had to delay the expansion.
Εξαιτίας της ελλειψίας κεφαλαίων, η εταιρεία αναγκάστηκε να καθυστερήσει την επέκταση.
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store