Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exiguity
01
ελλειψη, απορία
the quality of lacking in amount
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The exiguity of resources made it difficult to complete the project on time.
Η απορία των πόρων έκανε δύσκολη την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.



























