exiguity
e
ɛ
ε
xi
gzɪ
γκζι
gui
ˈgju:ɪ
γκγουι
ty
ti
τι
British pronunciation
/ɛɡzɪɡjˈuːɪti/

Ορισμός και σημασία του "exiguity"στα αγγλικά

01

ελλειψη, απορία

the quality of lacking in amount
example
Παραδείγματα
Despite the exiguity of their budget, the volunteers managed to make a significant impact.
Παρά την απορία του προϋπολογισμού τους, οι εθελοντές κατάφεραν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο.

Λεξικό Δέντρο

exiguity
exigu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store