exiguity
ex
ˌɛk
εκ
i
sɪ
σι
gui
ˈgju:ɪ
γκγουι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "exiguity"στα αγγλικά

01

ελλειψη, απορία

the quality of lacking in amount 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The exiguity of resources made it difficult to complete the project on time. 

Η απορία των πόρων έκανε δύσκολη την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

exiguity
exigu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store