exigency
Pronunciation
/ˌɛkˈsɪdʒənsi/

Ορισμός και σημασία του "exigency"στα αγγλικά

01

επείγουσα ανάγκη, επείγον ζήτημα

an urgent affair to deal with
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exigencies
Παραδείγματα
The exigency of the situation forced the team to work overtime to meet the deadline.
Η επείγουσα ανάγκη της κατάστασης ανάγκασε την ομάδα να δουλέψει υπερωρίες για να τηρηθεί η προθεσμία.

Λεξικό Δέντρο

exigency
exig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store