Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhilarating
01
συναρπαστικός, ενθουσιαστικός
causing feelings of excitement or intense enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exhilarating
συγκριτικός βαθμός
more exhilarating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Completing the challenging hike to the mountain summit was an exhilarating achievement.
Η ολοκλήρωση της προκλητικής πεζοπορίας στην κορυφή του βουνού ήταν μια συναρπαστική επίτευξη.
Λεξικό Δέντρο
exhilarating
exhilarate



























