Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhilarating
01
συναρπαστικός, ενθουσιαστικός
causing feelings of excitement or intense enthusiasm
Παραδείγματα
Winning the lottery was an exhilarating moment of disbelief and joy for the lucky ticket holder.
Το κέρδος στο λαχείο ήταν μια συναρπαστική στιγμή δυσπιστίας και χαράς για τον τυχερό κάτοχο του εισιτηρίου.
Λεξικό Δέντρο
exhilarating
exhilarate



























