Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhilarating
01
συναρπαστικός, ενθουσιαστικός
causing feelings of excitement or intense enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exhilarating
συγκριτικός βαθμός
more exhilarating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Winning the lottery was an exhilarating moment of disbelief and joy for the lucky ticket holder.
Το κέρδος στο λαχείο ήταν μια συναρπαστική στιγμή δυσπιστίας και χαράς για τον τυχερό κάτοχο του εισιτηρίου.
Λεξικό Δέντρο
exhilarating
exhilarate



























