Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhibition
01
έκθεση, παρουσίαση
a public event at which paintings, photographs, or other things are shown
Dialect
British
Παραδείγματα
The art museum's latest exhibition features works by contemporary artists from around the world.
Η τελευταία έκθεση του μουσείου τέχνης παρουσιάζει έργα σύγχρονων καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο.
02
έκθεση, παρουσίαση
the act of displaying or presenting something publicly for others to view
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exhibitions
Παραδείγματα
Her exhibition of bravery during the crisis was commendable.
Η έκθεση της γενναιότητας της κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν αξιέπαινη.
Λεξικό Δέντρο
exhibitionism
exhibitionist
exhibition
exhibit



























