Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
executable
01
εκτελέσιμος, εφαρμόσιμος
capable of being carried out or put into action successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most executable
συγκριτικός βαθμός
more executable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
software, action, capability
Παραδείγματα
The software update is executable once the necessary permissions are granted.
Η ενημέρωση του λογισμικού είναι εκτελέσιμη μόλις χορηγηθούν οι απαραίτητες άδειες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
executability
executable
execute



























