execrable
ex
ˈɛk
ek
ec
sɪk
sik
ra
ble
bəl
bēl
executable

Ορισμός και σημασία του "execrable"στα αγγλικά

01

απεχθής, μισήσιμος

arousing intense dislike or hatred 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most execrable
συγκριτικός βαθμός
more execrable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tyrant's execrable crimes shocked the world. 

Τα απεχθή εγκλήματα του τυράννου σόκαραν τον κόσμο.

02

αποτρόπαιος, απεχθής

extremely bad or unpleasant in standard 
Παραδείγματα
The hotel room was in execrable condition. 

Το δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν σε απαίσια κατάσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store