excavate
ex
ˈɛks
εκσ
ca
κα
vate
ˌveɪt
βειτ
/ˈɛkskəvˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "excavate"στα αγγλικά

to excavate
01

σκάβω, εκσκαφή

to dig a hole or make a channel in the ground
Transitive: to excavate a hole or cavity
to excavate definition and meaning
Παραδείγματα
The landscapers excavated a pond in the garden to create a water feature.
Οι κηποτέχνες έσκαψαν μια λίμνη στον κήπο για να δημιουργήσουν ένα υδάτινο στοιχείο.
02

ανασκάπτω, ξεθάβω

to uncover or expose by digging, especially to reveal buried artifacts, structures, or remains
Transitive: to excavate buried remains or artifacts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excavate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excavates
ενεστώτα μετοχή
excavating
απλός αόριστος
excavated
παθητική μετοχή
excavated
Παραδείγματα
The archaeologists excavated the ruins of an old castle, revealing hidden chambers and artifacts.
Οι αρχαιολόγοι έσκαψαν τα ερείπια ενός παλιού κάστρου, αποκαλύπτοντας κρυμμένα δωμάτια και αντικείμενα.
03

σκάβω, ανασκάπτω

to create a cavity or hole in something by digging
Transitive: to excavate the ground
Παραδείγματα
Workers excavated the ground to install a septic tank for the new house.
Οι εργάτες έσκαψαν το έδαφος για να εγκαταστήσουν μια βόθρο για το νέο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

excavation
excavator
excavate
excav
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store