Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excavate
01
σκάβω, εκσκαφή
to dig a hole or make a channel in the ground
Transitive: to excavate a hole or cavity
Παραδείγματα
The workers excavated a trench to lay down the foundation for the building.
Οι εργάτες έσκαψαν μια τάφρο για να τοποθετήσουν τα θεμέλια του κτιρίου.
02
ανασκάπτω, ξεθάβω
to uncover or expose by digging, especially to reveal buried artifacts, structures, or remains
Transitive: to excavate buried remains or artifacts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excavate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excavates
ενεστώτα μετοχή
excavating
απλός αόριστος
excavated
παθητική μετοχή
excavated
Παραδείγματα
Paleontologists excavated a dinosaur fossil, carefully removing layers of sediment to reveal the skeleton.
Οι παλαιοντολόγοι έσκαψαν ένα απολίθωμα δεινοσαύρου, αφαιρώντας προσεκτικά τα στρώματα ιζήματος για να αποκαλύψουν το σκελετό.
03
σκάβω, ανασκάπτω
to create a cavity or hole in something by digging
Transitive: to excavate the ground
Παραδείγματα
The workers excavated the land to prepare for the building's foundation.
Οι εργάτες έσκαψαν το έδαφος για να προετοιμάσουν το θεμέλιο του κτιρίου.
Λεξικό Δέντρο
excavation
excavator
excavate
excav



























