Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
evilest
συγκριτικός βαθμός
eviler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His evil actions eventually led to his downfall and punishment.
Οι κακές πράξεις του οδήγησαν τελικά στην πτώση και την τιμωρία του.
1.1
κακός, κακούργος
(of a person) dishonest, cruel, and taking pleasure in causing harm or suffering to others
Παραδείγματα
The evil mastermind plotted to destroy the city and relished the chaos it would cause.
Ο κακός εγκέφαλος σχεδίασε να καταστρέψει την πόλη και απολάμβανε το χάος που θα προκαλούσε.
02
κακός, δυσοίωνος
having or exerting a malignant influence
Evil
01
κακό, κακία
morally objectionable behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
κακό, κακία
that which causes harm or destruction or misfortune
03
κακό, κακία
the quality of being morally wrong in principle or practice
Λεξικό Δέντρο
evilly
evilness
evil



























