evil
e
ˈi:
i
vil
vəl
vēl

Ορισμός και σημασία του "evil"στα αγγλικά

01

κακός, μοχθηρός

wicked and morally wrong 
evil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
evilest
συγκριτικός βαθμός
eviler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evil plan to sabotage the competition was discovered before it could be executed. 

Το κακό σχέδιο για σαμποτάζ του διαγωνισμού ανακαλύφθηκε πριν μπορέσει να εκτελεστεί.

1.1

κακός, κακούργος

(of a person) dishonest, cruel, and taking pleasure in causing harm or suffering to others 
evil definition and meaning
Παραδείγματα
The evil villain cackled with delight as he watched the hero struggle. 

Ο κακός κακοποιός γέλασε με χαρά ενώ παρακολουθούσε τον ήρωα να αγωνίζεται.

02

κακός, δυσοίωνος

having or exerting a malignant influence 
01

κακό, κακία

morally objectionable behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

κακό, κακία

that which causes harm or destruction or misfortune 
03

κακό, κακία

the quality of being morally wrong in principle or practice 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store