evenhanded
evenhanded
i:vənhændɪd
ιβανχαινντιντ

Ορισμός και σημασία του "evenhanded"στα αγγλικά

evenhanded
01

αμερόληπτος, δίκαιος

fair in judgment or treatment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most evenhanded
συγκριτικός βαθμός
more evenhanded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
justice, behavior, evaluation
Παραδείγματα
The judge is known for being evenhanded and always considers all sides of the argument. 

Ο δικαστής είναι γνωστός για το ότι είναι αμερόληπτος και λαμβάνει πάντα υπόψη όλες τις πλευρές του επιχειρήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

evenhandedly
evenhanded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store