Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evanesce
01
ξεθωριάζω, εξαφανίζομαι σταδιακά
to slowly fade and disappear completely from one's view or memory
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evanesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
evanesces
ενεστώτα μετοχή
evanescing
απλός αόριστος
evanesced
παθητική μετοχή
evanesced
Παραδείγματα
The smoke from the extinguished candle began to evanesce into the air.
Ο καπνός από το σβησμένο κερί άρχισε να εξαφανίζεται στον αέρα.
Λεξικό Δέντρο
evanescence
evanescent
evanesce



























