Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Evaluation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
evaluations
Παραδείγματα
The evaluation of the project's success will be based on the achievement of key performance indicators.
Η αξιολόγηση της επιτυχίας του έργου θα βασίζεται στην επίτευξη των βασικών δεικτών απόδοσης.
02
αξιολόγηση, εκτίμηση
the act of determining, measuring, or establishing the value or worth of something
Παραδείγματα
The museum arranged an evaluation of the painting.
Το μουσείο οργάνωσε μια αξιολόγηση του πίνακα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
reevaluation
underevaluation
evaluation
evaluate
evalu



























