ethical
e
ˈɛ
e
thi
θɪ
thi
cal
kəl
kēl
ethnical

Ορισμός και σημασία του "ethical"στα αγγλικά

01

ηθικός

according to moral duty and obligations 
ethical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ethical
συγκριτικός βαθμός
more ethical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, decision-making
Παραδείγματα
It is important for businesses to make ethical decisions that consider the well-being of all stakeholders. 

Είναι σημαντικό για τις επιχειρήσεις να λαμβάνουν ηθικές αποφάσεις που λαμβάνουν υπόψη την ευημερία όλων των ενδιαφερομένων μερών.

02

ηθικός, ηθική

sticking to principles of right and wrong conduct and moral standards 
Παραδείγματα
The ethical treatment of animals is a priority for many. 

Η ηθική μεταχείριση των ζώων είναι προτεραιότητα για πολλούς.

03

ηθικός, ηθικολογικός

related to the branch of philosophy concerned with moral principles and values that govern human behavior 
Παραδείγματα
The professor taught an ethical theory class focused on different schools of moral thought. 

Ο καθηγητής δίδαξε μια τάξη ηθικής θεωρίας που επικεντρώθηκε σε διαφορετικά σχολεία ηθικής σκέψης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ethically
unethical
ethical
ethic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store