eternity
e
ɪ
i
ter
ˈtɜ:
ni
ni
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "eternity"στα αγγλικά

01

αιωνιότητα, απειρία

time that is endless 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Gazing up at the starry night sky, he felt as though he could get lost in the vastness of eternity. 

Κοιτάζοντας τον αστερωμένο νυχτερινό ουρανό, αισθάνθηκε σαν να μπορούσε να χαθεί στο αχανές της αιωνιότητας.

02

αιωνιότητα, η αιωνιότητα

a state of eternal existence, often used in religious or spiritual contexts to describe the afterlife 
Παραδείγματα
Many believe that the soul enjoys eternity in heaven. 

Πολλοί πιστεύουν ότι η ψυχή απολαμβάνει την αιωνιότητα στον παράδεισο.

03

αιωνιότητα, ατελείωτη διάρκεια

a seemingly endless period of time, used to describe long or tedious intervals 
Παραδείγματα
Waiting in line felt like an eternity. 

Η αναμονή στην ουρά έμοιαζε αιωνιότητα.

Λεξικό Δέντρο

eternity
etern
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store