Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
principled
Παραδείγματα
Even in difficult situations, he stayed principled, ensuring that his actions aligned with his values.
Ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις, παρέμεινε αρχόληπτος, διασφαλίζοντας ότι οι πράξεις του ευθυγραμμίζονταν με τις αξίες του.
02
μεθοδικός, δομημένος
structured according to a defined set of rules or consistent methodology
Παραδείγματα
The algorithm works according to principled rules.
Ο αλγόριθμος λειτουργεί σύμφωνα με αρχειοθετημένους κανόνες.
Λεξικό Δέντρο
unprincipled
principled



























