Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
principally
01
κυρίως, βασικά
used to indicate a primary or fundamental role or focus
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new policy is principally aimed at improving employee satisfaction.
Η νέα πολιτική στοχεύει κυρίως στη βελτίωση της ικανοποίησης των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
principally
principal
principe



























