principled
prin
ˈprɪn
πριν
ci
σα
pled
pəld
παλντ
/ˈprɪnsɪpəld/

Ορισμός και σημασία του "principled"στα αγγλικά

principled
01

αρχόληπτος, με αρχές

behaving in a manner that shows one's high moral standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most principled
συγκριτικός βαθμός
more principled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even in difficult situations, he stayed principled, ensuring that his actions aligned with his values.
Ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις, παρέμεινε αρχόληπτος, διασφαλίζοντας ότι οι πράξεις του ευθυγραμμίζονταν με τις αξίες του.
02

μεθοδικός, δομημένος

structured according to a defined set of rules or consistent methodology
Παραδείγματα
The algorithm works according to principled rules.
Ο αλγόριθμος λειτουργεί σύμφωνα με αρχειοθετημένους κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store