principled
prin
ˈprɪn
prin
ci
si
pled
pəld
pēld

Ορισμός και σημασία του "principled"στα αγγλικά

principled
01

αρχόληπτος, με αρχές

behaving in a manner that shows one's high moral standards 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most principled
συγκριτικός βαθμός
more principled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is known for her principled stance on environmental issues, always advocating for sustainable practices. 

Είναι γνωστή για την αρχέγονη στάση της σε περιβαλλοντικά ζητήματα, προωθώντας πάντα βιώσιμες πρακτικές.

02

μεθοδικός, δομημένος

structured according to a defined set of rules or consistent methodology 
Παραδείγματα
The experiment followed a principled approach to ensure accuracy. 

Το πείραμα ακολούθησε μια αρχειοθετημένη προσέγγιση για να διασφαλίσει την ακρίβεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store