Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ethicist
01
ηθικολόγος, ειδικός στην ηθική φιλοσοφία
a specialist in moral philosophy who studies and provides guidance on moral principles and decision-making in various fields
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ethicists
Παραδείγματα
The committee included an ethicist to ensure their policies were aligned with ethical standards and societal values.
Η επιτροπή περιελάμβανε έναν ηθικολόγο για να διασφαλίσει ότι οι πολιτικές της ήταν ευθυγραμμισμένες με τα ηθικά πρότυπα και τις κοινωνικές αξίες.
Λεξικό Δέντρο
ethicist
ethic



























