Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erratic
01
απρόβλεπτος, ασταθής
having a strong potential for sudden variations or fluctuations that cannot be predicted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erratic
συγκριτικός βαθμός
more erratic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The erratic pace of his work caused constant disruption in the office.
Ο ασταθής ρυθμός της εργασίας του προκάλεσε συνεχείς διακοπές στο γραφείο.
Παραδείγματα
The car 's erratic path on the winding road made it hard to follow.
Η ασταθής πορεία του αυτοκινήτου στον κλειστό δρόμο έκανε δύσκολο να ακολουθηθεί.



























