erratic
Pronunciation
/ɪˈɹætɪk/

Ορισμός και σημασία του "erratic"στα αγγλικά

01

απρόβλεπτος, ασταθής

having a strong potential for sudden variations or fluctuations that cannot be predicted
erratic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erratic
συγκριτικός βαθμός
more erratic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The erratic pace of his work caused constant disruption in the office.
Ο ασταθής ρυθμός της εργασίας του προκάλεσε συνεχείς διακοπές στο γραφείο.
02

ακανόνιστος, απρόβλεπτος

lacking a regular or fixed pattern of movement
Παραδείγματα
The car 's erratic path on the winding road made it hard to follow.
Η ασταθής πορεία του αυτοκινήτου στον κλειστό δρόμο έκανε δύσκολο να ακολουθηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store