erratic
e
ɪ
i
rra
ˈræ
tic
tɪk
tik
aquaticfanaticdramaticemphatic

Ορισμός και σημασία του "erratic"στα αγγλικά

01

απρόβλεπτος, ασταθής

having a strong potential for sudden variations or fluctuations that cannot be predicted 
erratic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erratic
συγκριτικός βαθμός
more erratic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His erratic behavior at the meeting made everyone uncomfortable. 

Η απρόβλεπτη συμπεριφορά του στη συνάντηση έκανε όλους να νιώθουν άβολα.

02

ακανόνιστος, απρόβλεπτος

lacking a regular or fixed pattern of movement 
Παραδείγματα
The erratic movement of the pendulum made it difficult to measure time accurately. 

Η ακανόνιστη κίνηση του εκκρεμούς έκανε δύσκολη την ακριβή μέτρηση του χρόνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store