Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erratic
01
απρόβλεπτος, ασταθής
having a strong potential for sudden variations or fluctuations that cannot be predicted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most erratic
συγκριτικός βαθμός
more erratic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His erratic behavior at the meeting made everyone uncomfortable.
Η απρόβλεπτη συμπεριφορά του στη συνάντηση έκανε όλους να νιώθουν άβολα.
Παραδείγματα
The erratic movement of the pendulum made it difficult to measure time accurately.
Η ακανόνιστη κίνηση του εκκρεμούς έκανε δύσκολη την ακριβή μέτρηση του χρόνου.



























