Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ambush
01
εμφιλοχωρώ, στηλίτευση
to wait in a concealed location and launch a surprise attack on a target
Transitive: to ambush sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ambush
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambushes
ενεστώτα μετοχή
ambushing
απλός αόριστος
ambushed
παθητική μετοχή
ambushed
Παραδείγματα
During the military operation, soldiers were positioned to ambush approaching enemy forces.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής επιχείρησης, οι στρατιώτες τοποθετήθηκαν για να παγιδεύσουν τις εχθρικές δυνάμεις που πλησίαζαν.
Ambush
01
ενέδρα, παγίδα
a surprise attack or trap set by one party against another, typically while the targeted party is unaware or unprepared
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambushes
Παραδείγματα
The insurgents planned a series of coordinated ambushes on the military supply convoys.
Οι αντάρτες σχεδίασαν μια σειρά συντονισμένων ενεδρών σε στρατιωτικές αποστολές εφοδιασμού.
Λεξικό Δέντρο
ambusher
ambush



























