to ambush
am
ˈæm
ām
bush
bʊʃ
boosh

Ορισμός και σημασία του "ambush"στα αγγλικά

to ambush
01

εμφιλοχωρώ, στηλίτευση

to wait in a concealed location and launch a surprise attack on a target 
Transitive: to ambush sb/sth
to ambush definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ambush
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambushes
ενεστώτα μετοχή
ambushing
απλός αόριστος
ambushed
παθητική μετοχή
ambushed
Παραδείγματα
The guerrilla fighters planned to ambush the enemy convoy on the narrow mountain pass. 

Οι αντάρτες σχεδίαζαν να στησούν ενέδρα στο εχθρικό κομβόι στο στενό ορεινό πέρασμα.

01

ενέδρα, παγίδα

a surprise attack or trap set by one party against another, typically while the targeted party is unaware or unprepared 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambushes
Παραδείγματα
The soldiers laid in wait for hours, preparing for the ambush on the enemy convoy. 

Οι στρατιώτες περίμεναν σε ενέδρα για ώρες, προετοιμαζόμενοι για την ενέδρα στο εχθρικό κομβόι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store