Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambulatory
01
δεαμβουλατόριο, αμβουλατόριο
a roofed passageway designed for continuous movement around a central area, commonly found in religious architecture or formal gardens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambulatories
Παραδείγματα
The monks walked silently through the ambulatory encircling the cloister.
Οι μοναχοί περπάτησαν σιωπηλά μέσα από το περιπατητήριο που περιβάλλει το κλειστό.
ambulatory
01
πεζοπορικός, σχετικός με το περπάτημα
related to or designed for walking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The park featured an ambulatory pathway that wound through the scenic gardens, providing visitors with a pleasant walking experience.
Το πάρκο διέθετε ένα πεζοπορικό μονοπάτι που έτρεχε μέσα από τους γραφικούς κήπους, προσφέροντας στους επισκέπτες μια ευχάριστη εμπειρία περπατήματος.
02
κινητός, αμβουλατόριος
having the ability to move freely and not be restricted to a single location or position
Παραδείγματα
The patient is ambulatory and does not need a wheelchair.
Ο ασθενής είναι κινητός και δεν χρειάζεται αναπηρικό καροτσάκι.
03
περιπατητικός, κινούμενος
taking place while walking or moving
Παραδείγματα
The city's guided tours offer ambulatory learning experiences, allowing participants to explore historical sites while discussing their significance.
Οι ξενάγησεις της πόλης προσφέρουν περιπατητικές εμπειρίες μάθησης, επιτρέποντας στους συμμετέχοντες να εξερευνήσουν ιστορικούς τόπους ενώ συζητούν τη σημασία τους.
04
αμβουλατόριο, υποκείμενο σε αλλαγή
(of law) subject to change or alteration, especially until certain conditions are met
Παραδείγματα
A contract is ambulatory until both parties agree upon the final terms.
Ένα συμβόλαιο είναι μεταβλητό μέχρι να συμφωνήσουν και οι δύο πλευρές στους τελικούς όρους.
Λεξικό Δέντρο
ambulatory
ambul



























