Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enunciate
01
αρθρώνω, προφέρω σαφώς
to clearly and correctly articulate words
Transitive: to enunciate words or speech sounds
Παραδείγματα
During the language class, the teacher asked students to practice and enunciate the vowels accurately.
Κατά τη διάρκεια του μαθήματος γλώσσας, ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να εξασκηθούν και να προφέρουν τα φωνήεντα με ακρίβεια.
02
διατυπώνω, εκφράζω
to talk about a theory, idea, plan, etc. in a clear way
Transitive: to enunciate an idea or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enunciate
γ΄ ενικό πρόσωπο
enunciates
ενεστώτα μετοχή
enunciating
απλός αόριστος
enunciated
παθητική μετοχή
enunciated
Παραδείγματα
The philosopher enunciated his philosophical framework in a series of lectures.
Ο φιλόσοφος διετύπωσε το φιλοσοφικό του πλαίσιο σε μια σειρά διαλέξεων.
Λεξικό Δέντρο
enunciation
enunciate



























