Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enunciate
01
αρθρώνω, προφέρω σαφώς
to clearly and correctly articulate words
Transitive: to enunciate words or speech sounds
Παραδείγματα
The news anchor is trained to enunciate every word to ensure the audience comprehends the information.
Ο παρουσιαστής ειδήσεων εκπαιδεύεται να προφέρει κάθε λέξη ξεκάθαρα για να διασφαλίσει ότι το κοινό κατανοεί τις πληροφορίες.
02
διατυπώνω, εκφράζω
to talk about a theory, idea, plan, etc. in a clear way
Transitive: to enunciate an idea or plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enunciate
γ΄ ενικό πρόσωπο
enunciates
ενεστώτα μετοχή
enunciating
απλός αόριστος
enunciated
παθητική μετοχή
enunciated
Παραδείγματα
She enunciated her theory on environmental sustainability in a well-researched and compelling presentation.
Εξέφρασε τη θεωρία της για τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος σε μια καλά ερευνημένη και πειστική παρουσίαση.
Λεξικό Δέντρο
enunciation
enunciate



























