Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amble
01
περιπατώ, βόλτα
to walk at a slow and leisurely pace, usually without any particular purpose or urgency
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
amble
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambles
ενεστώτα μετοχή
ambling
απλός αόριστος
ambled
παθητική μετοχή
ambled
Παραδείγματα
On lazy Sunday afternoons, the couple would amble through the park.
Στα τεμπέλικα απογεύματα της Κυριακής, το ζευγάρι περπατούσε αργά στο πάρκο.
Amble
01
αραιά περίπατος, χαλαρό περπάτημα
a leisurely, slow, unhurried walk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambles
Παραδείγματα
They enjoyed a peaceful amble through the park, taking in the sights and sounds of nature.
Απόλαυσαν μια ειρηνική βόλτα στο πάρκο, απορροφώντας τα τοπία και τους ήχους της φύσης.
Λεξικό Δέντρο
ambler
amble



























