Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to amble
01
περιπατώ, βόλτα
to walk at a slow and leisurely pace, usually without any particular purpose or urgency
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
amble
γ΄ ενικό πρόσωπο
ambles
ενεστώτα μετοχή
ambling
απλός αόριστος
ambled
παθητική μετοχή
ambled
Παραδείγματα
The elderly gentleman liked to amble in the local park.
Ο ηλικιωμένος κύριος άρεσε να περιπατά αργά στο τοπικό πάρκο.
Amble
01
αραιά περίπατος, χαλαρό περπάτημα
a leisurely, slow, unhurried walk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambles
Παραδείγματα
The gentle amble through the botanical garden allowed them to appreciate the beauty of the blooming flowers.
Το απαλό περίπατο μέσα από τον βοτανικό κήπο τους επέτρεψε να εκτιμήσουν την ομορφιά των ανθισμένων λουλουδιών.
Λεξικό Δέντρο
ambler
amble



























