Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amble
01
αραιά περίπατος, χαλαρό περπάτημα
a leisurely, slow, unhurried walk
Παραδείγματα
The gentle amble through the botanical garden allowed them to appreciate the beauty of the blooming flowers.
Το απαλό περίπατο μέσα από τον βοτανικό κήπο τους επέτρεψε να εκτιμήσουν την ομορφιά των ανθισμένων λουλουδιών.
Λεξικό Δέντρο
ambler
amble



























