Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambivalent
01
αμφίθυμος, αντιφατικός
having contradictory views or feelings about something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ambivalent
συγκριτικός βαθμός
more ambivalent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His ambivalent attitude towards his career reflected his uncertainty about his long-term goals.
Η αμφίθυμη στάση του απέναντι στην καριέρα του αντικατόπτριζε την αβεβαιότητά του για τους μακροπρόθεσμους στόχους του.
Λεξικό Δέντρο
ambivalent
ambival



























