Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensue
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensues
ενεστώτα μετοχή
ensuing
απλός αόριστος
ensued
παθητική μετοχή
ensued
Παραδείγματα
A heated argument ensued after the controversial decision was announced.
Μια έντονη συζήτηση ακολούθησε μετά την ανακοίνωση της αμφιλεγόμενης απόφασης.



























