ensue
en
ɛn
εν
sue
su:
σου
/ɛnsjˈuː/

Ορισμός και σημασία του "ensue"στα αγγλικά

to ensue
01

ακολουθώ, προκύπτω

to happen following something or as a result of it
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensue
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensues
ενεστώτα μετοχή
ensuing
απλός αόριστος
ensued
παθητική μετοχή
ensued
Παραδείγματα
A lengthy investigation ensued after the security breach was discovered.
Μια μακρά έρευνα ακολούθησε μετά την ανακάλυψη της παραβίασης ασφαλείας.

Λεξικό Δέντρο

ensuant
ensuing
ensue
sue
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store