Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ensue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ensue
γ΄ ενικό πρόσωπο
ensues
ενεστώτα μετοχή
ensuing
απλός αόριστος
ensued
παθητική μετοχή
ensued
Παραδείγματα
A lengthy investigation ensued after the security breach was discovered.
Μια μακρά έρευνα ακολούθησε μετά την ανακάλυψη της παραβίασης ασφαλείας.



























