ent
e
ˈi:ɛ
ie
nt
nti:
nti
antaunt

Ορισμός και σημασία του "ENT"στα αγγλικά

01

ΩΡΛ, Ωτορινολαρυγγολογία

a field of medicine or a department in a hospital that deals with ear, nose, and throat problems or diseases 
ENT definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ENT doctor recommended surgery to correct his persistent ear infections. 

Ο ΩΡΛ γιατρός συνέστησε χειρουργική επέμβαση για τη διόρθωση των επίμονων λοιμώξεων του αφτιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store