elite
e
ɪ
i
lite
ˈli:t
lit
elideeluteelate
élite

Ορισμός και σημασία του "elite"στα αγγλικά

01

ελίτ

a small group of people in a society who enjoy a lot of advantages because of their economic, intellectual, etc. superiority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elites
Παραδείγματα
The elite gathered at the exclusive club for their annual meeting. 

Η ελίτ συγκεντρώθηκε στο αποκλειστικό κλαμπ για την ετήσια συνάντησή τους.

01

ελίτ, προνομιούχος

associated with superior status, privilege, or excellence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elite athletes competing in the championship displayed unparalleled skill and determination on the field. 

Οι ελίτ αθλητές που αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα επέδειξαν απαράμιλλη ικανότητα και αποφασιστικότητα στο γήπεδο.

Λεξικό Δέντρο

elitism
elitist
elite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store