elite
e
ει
lite
ˈlit
λιτ
/ɪlˈiːt/
élite

Ορισμός και σημασία του "elite"στα αγγλικά

01

ελίτ

a small group of people in a society who enjoy a lot of advantages because of their economic, intellectual, etc. superiority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elites
Παραδείγματα
He aspired to join the intellectual elite of the academic world.
Ποθούσε να γίνει μέλος της πνευματικής ελίτ του ακαδημαϊκού κόσμου.
01

ελίτ, προνομιούχος

associated with superior status, privilege, or excellence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The private school attracted elite students from affluent families, offering a top-tier education with personalized attention.
Το ιδιωτικό σχολείο προσέλκυσε ελίτ μαθητές από εύπορες οικογένειες, προσφέροντας μια κορυφαία εκπαίδευση με εξατομικευμένη προσοχή.

Λεξικό Δέντρο

elitism
elitist
elite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store