Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elkhound
01
Elkhound, Νορβηγικός κυνηγόσκυλος
a mid-sized Norwegian hunting dog with a heavy coat of gray hair that is known for its courage in facing larger beasts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Elkhounds
LanGeek



























