ellipse
e
ɪ
ι
llipse
ˈlɪps
λιπσ
/ɪlˈɪps/

Ορισμός και σημασία του "ellipse"στα αγγλικά

01

έλλειψη, ελλειπτική καμπύλη

(geometry) a closed plane curve that has two focal points
ellipse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ellipses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store