Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ellipse
01
έλλειψη, ελλειπτική καμπύλη
(geometry) a closed plane curve that has two focal points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ellipses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
elliptic
ellipse



























