Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Effrontery
01
θρασύτητα, αδιαντροπιά
a way of behaving that is shamelessly rude and bold
Παραδείγματα
She was embarrassed by the effrontery of her friend ’s behavior at the dinner party.
Ντράπηκε από την αδιαντροπιά της συμπεριφοράς του φίλου της στο δείπνο.



























