effluent
eff
ˈɛf
ef
luent
luənt
looēnt
efferent

Ορισμός και σημασία του "effluent"στα αγγλικά

01

απόβλητα, υγρά απόβλητα

liquid waste or sewage discharged into rivers, lakes, or the sea 
effluent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
effluents
Παραδείγματα
The factory was fined for discharging untreated effluent directly into the river, harming aquatic life and polluting the water. 

Το εργοστάσιο επιβλήθηκε πρόστιμο για την εκροή ακατέργαστων λυμάτων απευθείας στο ποτάμι, βλάπτοντας την υδρόβια ζωή και ρυπαίνοντας το νερό.

01

εκρέων, απορριπτόμενος

moving outward or away from a source 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fluid, movement, environment
Παραδείγματα
Effluent water from the pipe entered the river. 

Το απορρέον νερό από τον σωλήνα εισήλθε στο ποτάμι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store