Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Effulgence
01
λάμψη, ακτινοβολία
having a radiant quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
effulgence
effulg



























