effulgence
e
ɪ
i
fful
ˈfʌl
fal
gence
ʤəns
jēns
refulgencedivulgenceoverindulgence

Ορισμός και σημασία του "effulgence"στα αγγλικά

01

λάμψη, ακτινοβολία

having a radiant quality 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

effulgence
effulg
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store