effusion
e
ɪ
ι
ffu
ˈfju:
φγου
sion
ʒən
ζαν
affusion

Ορισμός και σημασία του "effusion"στα αγγλικά

01

εκροή, χύση

an instance of flowing out under pressure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
effusions
Παραδείγματα
The effusion of lava from the volcanic eruption threatened nearby villages. 

Η εκροή λάβας από την ηφαιστειακή έκρηξη απειλούσε τα γύρω χωριά.

02

εκχύλισμα

an unrestrained expression of emotion 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

effusion
effuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store