Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effortless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effortless
συγκριτικός βαθμός
more effortless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
performance, ease, movement
Παραδείγματα
His smooth and effortless stride made running look easy.
Το ομαλό και ανέξοδο βήμα του έκανε το τρέξιμο να φαίνεται εύκολο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
effortlessly
effortlessness
effortless
effort



























