Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to effervesce
01
αφρίζω, ανθίζω
(of a substance) to form bubbles that rise to the surface, as in carbonated beverages
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effervesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
effervesces
ενεστώτα μετοχή
effervescing
απλός αόριστος
effervesced
παθητική μετοχή
effervesced
Παραδείγματα
When the tablet was dropped in the water, it began to effervesce as chemical reactions released carbon dioxide.
Όταν το δισκίο έπεσε στο νερό, άρχισε να αφρίζει καθώς οι χημικές αντιδράσεις απελευθέρωναν διοξείδιο του άνθρακα.
Λεξικό Δέντρο
effervescence
effervescent
effervescing
effervesce



























