to effervesce
e
ˌe
ε
ffer
φα
vesce
ˈves
βεσ

Ορισμός και σημασία του "effervesce"στα αγγλικά

to effervesce
01

αφρίζω, ανθίζω

(of a substance) to form bubbles that rise to the surface, as in carbonated beverages 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effervesce
γ΄ ενικό πρόσωπο
effervesces
ενεστώτα μετοχή
effervescing
απλός αόριστος
effervesced
παθητική μετοχή
effervesced
Παραδείγματα
The mineral water naturally effervesced with tiny bubbles as it flowed from the spring. 

Το μεταλλικό νερό αφρίζει φυσικά με μικρές φυσαλίδες καθώς ρέει από την πηγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

effervescence
effervescent
effervescing
effervesce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store