Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to effectuate
01
πραγματοποιώ, προκαλώ
to cause something to happen
Transitive: to effectuate a change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effectuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
effectuates
ενεστώτα μετοχή
effectuating
απλός αόριστος
effectuated
παθητική μετοχή
effectuated
Παραδείγματα
The new policy aims to effectuate positive changes in the workplace environment.
Η νέα πολιτική στοχεύει να πραγματοποιήσει θετικές αλλαγές στο περιβάλλον εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
effectuation
effectuate
effectual
effect



























