Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to effectuate
01
πραγματοποιώ, προκαλώ
to cause something to happen
Transitive: to effectuate a change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effectuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
effectuates
ενεστώτα μετοχή
effectuating
απλός αόριστος
effectuated
παθητική μετοχή
effectuated
Παραδείγματα
The marketing campaign was carefully designed to effectuate a significant increase in brand awareness.
Η διαφημιστική καμπάνια σχεδιάστηκε προσεκτικά για να πραγματοποιήσει μια σημαντική αύξηση της ευαισθητοποίησης της μάρκας.
Λεξικό Δέντρο
effectuation
effectuate
effectual
effect



























