to effectuate
Pronunciation
/ɪˈfɛktʃuˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "effectuate"στα αγγλικά

to effectuate
01

πραγματοποιώ, προκαλώ

to cause something to happen
Transitive: to effectuate a change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effectuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
effectuates
ενεστώτα μετοχή
effectuating
απλός αόριστος
effectuated
παθητική μετοχή
effectuated
Παραδείγματα
The marketing campaign was carefully designed to effectuate a significant increase in brand awareness.
Η διαφημιστική καμπάνια σχεδιάστηκε προσεκτικά για να πραγματοποιήσει μια σημαντική αύξηση της ευαισθητοποίησης της μάρκας.

Λεξικό Δέντρο

effectuation
effectuate
effectual
effect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store