effeminacy
Pronunciation
/ˈɛfɪmˌɪnəsi/

Ορισμός και σημασία του "effeminacy"στα αγγλικά

01

θηλυκότητα, θηλυπρέπεια

the state of being feminine in physical or behavioral characteristics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store