effeminacy
e
ɪ
ι
ffe
ˈfɛ
φε
mi
μι
na
να
cy
si
σι

Ορισμός και σημασία του "effeminacy"στα αγγλικά

01

θηλυκότητα, θηλυπρέπεια

the state of being feminine in physical or behavioral characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

effeminacy
effemin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store